ανταύγεια

[андавгиа] ома. Θ. отражение (света, звука), отсвет, отблеск.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανταύγεια" в других словарях:

  • ἀνταυγείᾳ — ἀνταυγείᾱͅ , ἀνταύγεια reflection of light fem dat sg (attic doric aeolic) ἀνταυγείᾱͅ , ἀνταυγεία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταύγεια — reflection of light fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανταύγεια — η (Α ἀνταύγεια και γία) [ανταυγής] αντιφέγγισμα, λάμψη …   Dictionary of Greek

  • ανταύγεια — η αντιφέγγισμα, λαμποκόπημα: Πολύ μεγάλη ήταν η ανταύγεια από την ανοιξιάτικη αστροφεγγιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνταυγείας — ἀνταυγείᾱς , ἀνταύγεια reflection of light fem acc pl ἀνταυγείᾱς , ἀνταύγεια reflection of light fem gen sg (attic doric aeolic) ἀνταυγείᾱς , ἀνταυγεία fem acc pl ἀνταυγείᾱς , ἀνταυγεία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταυγείαι — ἀνταυγείᾱͅ , ἀνταύγεια reflection of light fem dat sg (attic doric aeolic) ἀνταυγείᾱͅ , ἀνταυγεία fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταύγειαν — ἀνταύγεια reflection of light fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνταυγίας — ἀνταυγίᾱς , ἀνταύγεια reflection of light fem acc pl ἀνταυγίᾱς , ἀνταύγεια reflection of light fem gen sg (attic doric aeolic) ἀνταυγίᾱς , ἀνταυγία reflection of light fem acc pl ἀνταυγίᾱς , ἀνταυγία reflection of light fem gen sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έμφαση — η (AM ἔμφασις) 1. η δύναμη και ενάργεια τής εκφράσεως, έντονη έκφραση, υπογράμμιση 2. εκφραστική δύναμη 3. έντονο ή στομφώδες ύφος, έξαρση αρχ. 1. αντανάκλαση σε λεία επιφάνεια, εγκατόπτριση, ανταύγεια 2. εικόνα, ομοίωση 3. εξωτερική όψη,… …   Dictionary of Greek

  • ακτινοβολία — (αγγλ. radiation). Γενικός όρος με τον οποίο στη φυσική υποδηλώνονται τα φαινόμενα εκπομπής, διάδοσης και απορρόφησης ενέργειας από μέρους σωμάτων, με τη μορφή είτε κυμάτων (α. ηχητική, α. ηλεκτρομαγνητική) είτε σωματιδίων. Οι α. μπορούν να… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.